Παρασκευή, 8 Νοεμβρίου 2019

Η πόλη είναι οι άνθρωποί της Του Γιάννη Πετρόπουλου



Οι αρχαίοι Αθηναίοι έλεγαν τούτο: «Όπου είναι οι Αθηναίοι, είναι και η πόλη τους».
Οι άνθρωποι κάνουν τις πολιτείες κι όχι μόνο τα κτίρια ή οι δρόμοι.
Η πόλη μου είναι οι άνθρωποί της. Όλοι. Όλοι όσοι βιώνουν τη ζωή σε τούτον τον τόπο.
Συμβαίνει όμως να γίνονται πράγματα και δημιουργούνται καταστάσεις σε τούτη την πόλη που δημιουργούν αρνητικό πρόσημο κι αυτό δεν είναι ευχάριστο στους συμπολίτες μου.
Αυτό που έγινε με τους φιλοξενούμενους πρόσφυγες τις προάλλες από ελάχιστους συμπολίτες μου δεν τιμά  ούτε και εκφράζει την πλειοψηφία των συμπολιτών μας.
Η εικόνα που βγήκε στα μέσα μαζικής επικοινωνίας στο θέμα της υποδοχής των προσφύγων χαρακτηρίζει αυτούς που έκαναν τα έκτροπα κι όχι τους πολίτες της φιλόξενης πόλης
.
Η εικόνα που βγήκε ήταν η λανθασμένη εικόνα, η επαίσχυντη, η απάνθρωπη, η ξενοφοβική.
Δεν είναι αυτή η εικόνα της πόλης μου, δεν κατοικείται από ξενοφοβικούς ανθρώπους ούτε και οι συμπολίτες μου ξυπνούν μέσα στα άγρια μεσάνυχτα για να στήσουν οδοφράγματα στα λεωφορεία που μεταφέρουν  συνανθρώπους που ζητούν μια στέγη για να περιμαζέψουν τον νου και την καρδιά τους και να δουν πως θα πορευτούν στη ζωή.
Δεν κατοικείται από ξενοφοβικούς πολίτες η πόλη μου.
Οι άνθρωποί της μπορεί καμιά φορά να παρασύρονται από ακραίες φωνές μισαλλοδοξίας, από φωνές αντιχριστιανικές, αλλά γρήγορα διώχνουν τα μαύρα σύννεφα και κοιτάζουν τη ζωή με αισιοδοξία και σιγουριά. Κλειστές πόλεις δεν είχε ποτέ αυτή η πατρίδα ούτε και ποτέ φοβήθηκε το «ξένο» και το άγνωστο. Ποτέ. Μια ματιά να ρίξουμε στην ιστορία μας θα το διαπιστώσουμε. Οι Έλληνες για λόγους οικονομικοκοινωνικοπολιτικούς πολλές φορές στο μάκρος των αιώνων έπαιρναν τις βάρκες ή τις βαλίτσες για ξένους τόπους.
Αυτή είναι η ιστορία της πατρίδας μου, αυτή και της πόλη μου. Μια ματιά να ρίξει κάποιος στις συνοικίες της πόλης των Γιαννιτσών θα το διαπιστώσει εύκολα, χωρίς ιδιαίτερες γνώσεις ιστορίας.
Δεν είναι χριστιανοί ούτε Έλληνες αυτοί οι συμπολίτες που έστησαν οδόφραγμα στους πρόσφυγες που η πόλη μου κλήθηκε να τους φιλοξενήσει στις δομές της, δεν έχω καμιά σχέση με αυτούς τους ανθρώπους και δεν δικαιούνται να συμπεριφέρονται σαν φασίστες, όταν σ’ αυτήν την πόλη υπάρχουν χιλιάδες συμπολίτες που τους καλοδέχονται κι απλώνουν το χέρι αλληλεγγύης ούτε και ρωτούν αν είναι μετανάστες ή πρόσφυγες. Είναι συνάνθρωποι, κυρίως παιδιά, που γνωρίζουν πολύ καλά τους Έλληνες. 
Απορώ με τους παπάδες αυτής της πόλης!
Πώς επιτρέπουν τέτοιους χριστιανούς στους κόλπους της εκκλησίας! Πώς επιτρέπουν να βγει ξυνόχορτο από το εκκλησίασμά τους  έχοντας στους κόλπους τους τον Χριστό, τον μέγα επαίτη!
Απορώ και θυμώνω με τον δήμαρχο   του δήμου που επιτρέπει μια μικρή ομάδα συμπολιτών να χαρακτηρίσει μια πόλη όμορφη και δημοκρατική στα μάτια των συμπατριωτών μας ως πόλη αφιλόξενη, αντιχριστιανική, ξενοφοβική και τόσο σκληρή.
Δεν είναι αυτή η πόλη μου αγαπητέ δήμαρχε και πρέπει να πάρετε θέση,  να κάνετε τα πάντα για να καθαρίσει ο κουρνιαχτός που σκόρπισαν οι άστοχοι και απαίδευτοι συμπολίτες μας.

Δεν είναι χριστιανοί αγαπητοί ιερείς της πόλης μου και έχετε χρέος να υπενθυμίσετε σ’ αυτούς τους ανθρώπους τον μέγα επαίτη, τον Χριστό, να τους διαβάσετε τα Ευαγγέλια και να τους οδηγήσετε στην εκκλησιά γονυπετείς να ζητήσουν συχώρεση.
Η πόλη μου έχει το μοναδικό προνόμιο σε όλη τη χώρα να κατοικηθεί από όλες τις «φυλές» του ελληνισμού, έχει μάθει να συνδιαλέγεται με αυτό που εσείς λέτε «ξένο κι επικίνδυνο», δεν ασπάζεται την ξενοφοβία σας και απλώνει το χέρι στον συνάνθρωπο, όπως το άπλωσε κι ο Χριστός σε κάθε τι το ανθρώπινο.
Και οι μαθητές της πόλης μου, που αγαπούν την πόλη τους κι έχουν την πατρίδα τους ψηλά, δε χρειάζεται ν’ ακούν αβασάνιστα τέτοιες φωνές μισαλλοδοξίας. Αύριο θα χρειαστεί είτε το θέλετε είτε δεν το θέλετε να συνεργαστείτε με ανθρώπους που δεν τρώνε χοιρινό, που δε μιλούν καλά αγγλικά όπως εσείς, που οι επιχειρήσεις θα τους έχουν συνεργάτες  και θα ‘ναι  απ’ όλες τις φυλές της γης και θα πιστεύουν στον Αλλάχ ή στο τίποτα, αλλά θα είναι συνάδελφοι, δηλαδή συνάνθρωποι. Μη φοβάστε, η ελληνικότητα δε χάνεται, δε χάθηκε τρεις χιλιάδες χρόνια, όπως δε χάθηκε από τους Αλβανούς που πριν λίγες δεκαετίες ήρθαν στην πόλη μας. Τότε ήσασταν αγέννητοι. Πάλι οι ίδιοι άνθρωποι  ήταν αυτοί που έβγαλαν κραυγές αβάσιμης αγωνίας , οι ίδιοι άνθρωποι είναι και τώρα αυτοί που έκαναν οδοφράγματα στους πρόσφυγες  που φώναζαν υστερικά  «δε θα γίνεις ποτέ Έλληνας Αλβανέ», λες και οι άνθρωποι που ήρθαν εδώ ήρθαν για ν’ ασπαστούν την ανώτερη ελληνικότητα κι όχι από ανάγκη.
Έχε το νου σου, μ’ ακούς.
Το αχ που κάνει ο σκοτωμός, το αχ που κάνει η αγάπη. (Ελύτης).
     

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου