Παρασκευή, 17 Σεπτεμβρίου 2021

ΑΝΤΙΟ ΦΙΛΕ Γιώργο, καλέ μου φίλε

 Με ποιο κουράγιο και δύναμη να κάτσω να γράψω δυο λόγια για σένα, απόψε το βράδυ που έμαθα για τον ξαφνικό χαμό σου.      Η είδηση έπεσε σαν βόμβα επάνω μου, όπως πιστεύω ότι έπεσε στον καθένα μας μέσα στο χωριό, την όμορφη Δωροθέα μας όπως λέγαμε πάντα, κάθε φορά που όλη μαζί η παρέα τραβούσαμε κανένα ποτηράκι στα καφενεία και στην πλατεία, εκεί κάτω από τα πλατάνια ή τα ηλιόλουστα πρωινά κάτω απ’ τον ίσκιο τους που πίναμε τον καφέ μας.
Πάντοτε βέβαια εσύ συντροφιά και με τον άλλον τον καλό σου τον φίλο όπως μας έλεγες και γελούσες, το τσιγάρο.
Αλήθεια Γιώργο, πόσο καλή παρέα κάναμε μαζί; Τότε που ήμασταν μικρά παιδιά κι εγώ βέβαια ήμουν ακόμα μικρότερό σου. Πόσες φορές εσύ σαν μεγαλύτερος, δε μας ταξίδευες τα καλοκαίρια στο παρελθόν, λέγοντάς μας παλιές ιστορίες για το χωριό και άλλοτε μ’ αυτές γελούσαμε και άλλοτε μας έπιανε η μελαγχολία; Άπειρες φορές!
Και πόσες φορές τότε στις ρομαντικές εποχές με τον άλλο τον φίλο μας τον Νίκο δεν κάναμε καντάδες στους δρόμους του χωριού, έτσι βρε αδερφέ, μήπως δούμε να ανάβει κανένα φως στα παράθυρα ή ξυπνήσουν κάποιοι και βγούνε στα μπαλκόνια  προκειμένου να μας πούνε για το ταλέντο μας στο τραγούδι ή τέλος πάντων να διαμαρτυρηθούνε με καλοσύνη και χαμόγελο επειδή τους χαλάσαμε το ραχάτι και τα όνειρα;
Και έτσι Γιώργο πέρναγε η ζωή. Ήσυχα κι απλά. Με γέλια και μικρονταλκάδες. Και όλοι ήμασταν ευτυχισμένοι.
Ώσπου κάποτε καλέ μου φίλε χωριστήκαμε. Επαγγελματικές και οικογενειακές υποχρεώσεις βλέπεις. Ο καθένας μας τράβηξε τον δρόμο του. Δεξιά κι αριστερά. Τα έχει αυτά η ζωή.
Ωστόσο, κανένας δεν ξέχασε τον άλλον. Πάλι μεταξύ μας υπήρχε επικοινωνία. Τώρα όμως περισσότερο με τη σύγχρονη τεχνολογία. Αυτή δυστυχώς που δε βλέπεις τον άλλον από κοντά αλλά από μακριά και μέσα από άψυχους ας πούμε καθρέφτες. Και που ακόμα δυστυχώς, δεν μπορείς να δεις ποια κατάσταση, καλή ή κακή, κρύβεται μέσα στο βάθος της ψυχής του άλλου.
Γιατί πιστεύω, κυρίως όταν πονάς, όταν θλίβεσαι και όταν κλαις, η ψυχή σου είναι αυτή που το μαρτυράει και όχι το πρόσωπο. Αυτό λέει ψέματα και ξεγελάει.
Έτσι νομίζω ότι έφυγες αγαπητέ φίλε Γιώργο. Με συντροφιά όλα τα σημερινά προβλήματα του κόσμου και πιο πολύ τη μοναξιά σου. Ίσως όμως και μ’ ένα κρυφό παράπονο για όλους μας, που κλεισμένοι, μανταλωμένοι στα σπίτια μας, ξεχνάμε την αγωνία και το βάσανο του διπλανού μας. Προπάντων όμως ξεχνάμε το πολυτιμότερο αγαθό που έδωσε ο Θεός στον άνθρωπο. Τη φιλία. Γι αυτή που όλοι δίνουμε όρκους. Τις περισσότερες φορές όμως, χωρίς να τους κρατάμε.
Ώρα σου καλή αξέχαστε και αγαπητέ χωριανέ μας. Αξιοπρεπής όπως πάντα, είμαι σίγουρος ότι δεν ήθελες σε καμιά περίπτωση να μας στενοχωρήσεις. Πολύ δε περισσότερο να κλάψουμε για σένα. Όμως, για τη φυγή σου αυτή, αν κάποιο δάκρυ συγκίνησης κύλησε στο μάγουλο μας, όλοι σου ζητάμε ταπεινά συγνώμη.
Αλλά να ξέρεις. Για μένα και τους φίλους σου στο χωριό, θα είναι σαν να μην έφυγες ποτέ. Πάντοτε, κάθε φορά που θα περνάμε απ’ το σπίτι σου, θα σε βλέπουμε να περιποιείσαι τον κήπο με τα πολύχρωμα λουλούδια σου και να μας χαιρετάς μέσα από τα κάγκελα της φρεσκοβαμμένης εξώπορτας.
Ο φίλος σου Τρύφωνας.
 

1 σχόλιο: